Loader

Ενδοοικογενειακή βία: Από την αναγκαία ορατότητα στη δευτερογενή θυματοποίηση

Ζητάμε από τις γυναίκες να μιλήσουν. Να σπάσουν τη σιωπή, να καταγγείλουν τη βία, να ζητήσουν βοήθεια. Δεν έχουμε μάθει, όμως, πάντοτε πώς να ακούμε όταν μιλούν. Η καταγγελία ενός περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί πρωτίστως άσκηση ενός δικαιώματος και μέσο αναζήτησης προστασίας για το ίδιο το θύμα. Δεν συνιστά, από μόνη της, επιλογή δημόσιας έκθεσης ούτε παραίτηση από το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Και όμως, όταν μια τέτοια υπόθεση αποκτά δημοσιότητα, η γυναίκα μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα απώλεια ελέγχου: η προσωπική της εμπειρία μετατρέπεται σε δημόσιο αφήγημα, το οποίο αναπαράγεται, αναλύεται και σχολιάζεται από τρίτους. Εδώ αναδεικνύεται μια λεπτή, αλλά κρίσιμη ισορροπία.

Για δεκαετίες, η ενδοοικογενειακή βία παρέμενε εγκλωβισμένη πίσω από την αντίληψη ότι όσα συμβαίνουν μέσα σε ένα σπίτι αποτελούν «οικογενειακή υπόθεση». Η λογική του «τα εν οίκω μη εν δήμω» συνέβαλε στη σιωπή γύρω από τη βία και στην αντιμετώπισή της ως ενός ζητήματος που δεν αφορούσε την κοινωνία.


Η αναγνώριση της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας ως κοινωνικού φαινομένου, ως παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ως ζητήματος που μας αφορά όλους αποτελεί σημαντική κατάκτηση. Η ενημέρωση και η δημόσια συζήτηση έχουν ουσιαστικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση. Ένα περιστατικό που έρχεται σε γνώση της κοινής γνώμης μπορεί να ευαισθητοποιήσει, να καταστήσει ορατές μορφές κακοποίησης και να βοηθήσει άλλες γυναίκες να αναγνωρίσουν συμπεριφορές που ενδεχομένως βιώνουν και οι ίδιες. Η αναγκαία, όμως, μετάβαση από τη σιωπή στη δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να σημαίνει μετάβαση από την αορατότητα στην ανεξέλεγκτη έκθεση.


Γιατί στο επίκεντρο κάθε τέτοιας υπόθεσης βρίσκεται πρωτίστως η ίδια η γυναίκα. Μια γυναίκα που δεν παύει να είναι φορέας δικαιωμάτων επειδή η υπόθεσή της απέκτησε δημόσιο ενδιαφέρον. Που δικαιούται προστασία ανεξάρτητα από το ποια είναι, το επάγγελμά της, την κοινωνική της θέση ή την αναγνωρισιμότητά της. Και που, ενώ η κοινωνία ενημερώνεται και συζητά για όσα συνέβησαν, εξακολουθεί η ίδια να τα βιώνει και να διαχειρίζεται τις συνέπειές τους.

Όταν μια καταγγελία γίνεται γνωστή

Η έκθεση μιας γυναίκας μετά την καταγγελία δεν έχει πάντοτε την ίδια μορφή ούτε την ίδια εμβέλεια. Υπάρχουν υποθέσεις που αποκτούν πανελλαδική δημοσιότητα, όπως έχουμε επανειλημμένα δει όταν εμπλέκονται αναγνωρίσιμα πρόσωπα, και μέσα σε λίγες ώρες μια βαθιά προσωπική εμπειρία βρίσκεται στις τηλεοπτικές εκπομπές, στις ενημερωτικές ιστοσελίδες και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.


Δεν χρειάζεται, όμως, μια γυναίκα να είναι δημόσιο πρόσωπο για να βιώσει αντίστοιχη απώλεια ιδιωτικότητας. Σε μια μικρή ή κλειστή κοινωνία, σε μια γειτονιά, έναν επαγγελματικό χώρο ή έναν κοινωνικό κύκλο, μια καταγγελία μπορεί εξίσου εύκολα να γίνει γνωστή από στόμα σε στόμα. Η κλίμακα αλλάζει· όχι απαραίτητα και το βίωμα. Η γυναίκα χάνει τον έλεγχο του ποιος γνωρίζει, τι γνωρίζει και, κυρίως, πώς συζητά μία από τις πιο προσωπικές και τραυματικές εμπειρίες της ζωής της.


Και κάπου εκεί, η αναγκαία κοινωνική ορατότητα της βίας κινδυνεύει να μετατραπεί σε έκθεση του ίδιου του θύματος.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια της δευτερογενούς θυματοποίησης.

Δεν πρόκειται για επανάληψη της αρχικής πράξης βίας, αλλά για την πρόσθετη επιβάρυνση που μπορεί να υποστεί το θύμα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται μετά το περιστατικό: από τις αρχές και το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, από τα μέσα ενημέρωσης, από το οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον, στον χώρο εργασίας ή ευρύτερα στη δημόσια σφαίρα.

Η αμφισβήτηση της αφήγησής της, η ενοχοποίηση, η έλλειψη ενσυναίσθησης, η άσκοπη επανάληψη του τραυματικού βιώματος και η παραβίαση της ιδιωτικότητάς της μπορούν να εντείνουν τις συνέπειες της αρχικής βίας. Ερωτήματα όπως «γιατί δεν έφυγε;», «γιατί δεν μίλησε νωρίτερα;» ή «γιατί επέστρεψε;» μετατοπίζουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, το βάρος από τη συμπεριφορά του δράστη στις επιλογές της ίδιας της γυναίκας.

Και δεν πρόκειται απλώς για το άγχος του «τι θα πει ο κόσμος». Η απώλεια της ιδιωτικότητας και του ελέγχου της προσωπικής της ιστορίας μπορεί να αποτελέσει μια πρόσθετη πηγή έντονου άγχους και ανασφάλειας, σε μια περίοδο κατά την οποία η γυναίκα ήδη διαχειρίζεται τις συνέπειες της βίας. Ο φόβος της έκθεσης μπορεί, έστω και παροδικά, να επισκιάσει ακόμη και τον φόβο απέναντι στον ίδιο τον δράστη και να επηρεάσει τις αποφάσεις και τη συμπεριφορά της.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή η έξοδος από μια κακοποιητική σχέση δεν αποτελεί πάντοτε ένα μεμονωμένο και γραμμικό γεγονός. Μπορεί να είναι μια σύνθετη διαδικασία, επηρεασμένη από τον φόβο αντιποίνων, την οικονομική εξάρτηση, τα παιδιά, την έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος ή τον φόβο κοινωνικού στιγματισμού.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η γυναίκα χρειάζεται να ανακτήσει αίσθημα ασφάλειας, αυτονομίας και ελέγχου, η δημόσια έκθεση και η διαρκής αξιολόγηση των επιλογών της μπορούν να λειτουργήσουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Μετά την καταγγελία, η ασφάλεια παραμένει ζητούμενο

Υπάρχει όμως και μία ακόμη διάσταση, ίσως η σημαντικότερη: η πραγματική ασφάλεια της γυναίκας. Η επιστημονική βιβλιογραφία για τη βία μεταξύ συντρόφων έχει αναδείξει ότι η απομάκρυνση από μια κακοποιητική σχέση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και το τέλος του κινδύνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η βία μπορεί να συνεχιστεί ή ακόμη και να κλιμακωθεί κατά την περίοδο του χωρισμού και της αποχώρησης από την κοινή στέγη.

Η καταγγελία, επομένως, δεν είναι το τέλος μιας επικίνδυνης διαδρομής. Μπορεί να αποτελεί την αρχή μιας ιδιαίτερα κρίσιμης περιόδου, κατά την οποία απαιτούνται αυξημένη επαγρύπνηση, εξατομικευμένη αξιολόγηση κινδύνου και κατάλληλα μέτρα προστασίας.

Αυτή ακριβώς τη λογική υιοθετεί και η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, η οποία δεν περιορίζεται στην ποινική αντιμετώπιση της βίας. Προβλέπει την αξιολόγηση του κινδύνου θανατηφόρας βίας, της σοβαρότητας της κατάστασης και του κινδύνου επανάληψης της βίας, με σκοπό τη διαχείριση του κινδύνου και, όπου απαιτείται, τη λήψη συντονισμένων μέτρων ασφάλειας και υποστήριξης.

Η προστασία, συνεπώς, δεν μπορεί να εξαντλείται στην προτροπή «μίλα». Πρέπει να περιλαμβάνει και το «τι συμβαίνει αφού μιλήσεις».

Και αυτό αφορά όχι μόνο τις αρχές, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εμείς, ως κοινωνία, στεκόμαστε απέναντι σε μια γυναίκα μετά την καταγγελία.

Η πρώτη μας αντίδραση δεν πρέπει να είναι η περιέργεια, αλλά η ενσυναίσθηση. Όχι «τι άλλο συνέβη;», αλλά «είναι ασφαλής;». Όχι να απαιτούμε περισσότερες λεπτομέρειες ούτε να αναζητούμε αντιφάσεις και εξηγήσεις για κάθε επιλογή της, αλλά να αναγνωρίζουμε ότι μπορεί να βρίσκεται ακόμη σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη και κρίσιμη περίοδο.

Η αποφυγή της δευτερογενούς θυματοποίησης αποτελεί, επομένως, μέρος της ίδιας της προστασίας του θύματος. Απαιτεί εμπιστευτικότητα, περιορισμό της μη αναγκαίας έκθεσης, αποφυγή της άσκοπης επανάληψης του τραυματικού βιώματος και των ενοχοποιητικών στερεοτύπων και, πάνω απ’ όλα, διαρκή προσοχή στην ασφάλεια, την αξιοπρέπεια και τις ανάγκες της συγκεκριμένης γυναίκας.

Γιατί η κοινωνία οφείλει να μη σιωπά απέναντι στη βία, όχι όμως εις βάρος της ιδιωτικότητας, της αξιοπρέπειας και της ασφάλειας της γυναίκας που τη βιώνει.

Ζητάμε λοιπόν από τις γυναίκες να μιλήσουν. Όταν το κάνουν, οφείλουμε να ξέρουμε πώς να τις ακούμε και, πάνω απ’ όλα, πώς να τις προστατεύουμε.

Εβελίνα Δαφνή
Δικηγόρος Επικεφαλής Νομικού Τμήματος W.I.N. Hellas